Δημοτική Ενότητα Νιγρίτας

Η δημοτική ενότητα Νιγρίτας αποτελείται από τις παρακάτω κοινότητες:

Ο οικισμός της Νιγρίτας δημιουργήθηκε, κατά την πιθανότερη άποψη, στα μέσα του 16ου αιώνα από κατοίκους ορεινών περιοχών και ο πληθυσμός αυξήθηκε βαθμηδόν ως τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε έφθασε στους 4.300 κατοίκους. Στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, ο περιηγητής Ε. Consinery, που επισκέφθηκε την Μακεδονία, σημειώνει ότι η κωμόπολη, όπως και η διπλανή Σούρπα ή Σύρπη, ανθούσε οικονομικά και οι κάτοικοι της, στο σύνολο Έλληνες, επιδίδονταν στην καλλιέργεια βαμβακιού, στη χρυσοχοΐα και στη χαλκουργία. Οι κάτοικοι της Νιγρίτας συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821. Σπουδαίοι αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ήταν ο Μανωλάκης Χαριζάνης, ο Αναστάσιος Δημητρίου (γεν. 1800), ο Ιωάννης Δημητρίου, ο Αντώνιος Γιωργαράς, ο Γεώργιος Γιωργαράς, και ο αξιωματικός Αθανάσιος Νικολάου.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα λειτουργούσε στη Νιγρίτα «ελληνικόν σχολείον» και, λίγες δεκαετίες αργότερα, τα σχολεία της Νιγρίτας και της Σούρπας αριθμούσαν περισσότερους από 250 μαθητές. Στη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα, η Νιγρίτα έδωσε πλήθος αγωνιστών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την απελευθέρωση, σημαντικότεροι εκ των οποίων, ήταν οι Βασίλειος Κουφοκώτσιος, Κωνσταντίνος Κουφοκώτσιος, Δημήτριος Μπιτσιακάνος, Γεώργιος Μασλαρινός, Στέργιος Καραστέργιος, Αθανάσιος Καραμανίδης και Κωνσταντίνος Γεροσέλας. Σημαντική μορφή για τη Μακεδονία, υπήρξε ο λόγιος και ιατρός Μιχαήλ Παπαδόπουλος (γεν. 1828), που χαρακτηρίστηκε ως εθναπόστολος.

Υπήρξε επίσης ο Αθανάσιος Αργυρός, ο οποίος υπήρξε μια φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας, με σοβαρή πολυσχιδή εθνική δράση, με εξαιρετικώς λαμπρή επίδοση στην επιστήμη, στα γράμματα και στην πολιτική. Ήταν ένας άνδρας από τη ζωή του οποίου οι γενιές του μέλλοντος θα αντλούν παραδείγματα αρετής, φιλοπατρίας, εργατικότητας, αυταπάρνησης και πολιτικής ηθικής. Ανέλαβε Υπουργός Γεωργίας (1922), Υπουργός Παιδείας (1926), καθώς και άλλες κρατικές αρμοδιότητες, όπως πρόεδρος Επιτροπής Κρατικών Προμηθειών (1936).

Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 24 Οκτωβρίου 1912 η Νιγρίτα ελευθερώθηκε από τους Τούρκους από τον Γεώργιο Γιαγκλή και κατόπιν, με επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Στις 16 Ιουνίου 1913 εκδηλώθηκε η πρώτη συντονισμένη βουλγαρική επίθεση εναντίον ελληνικών τμημάτων κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού πολέμου. Στις 19 Ιουνίου 1913 πραγματοποιήθηκαν ελληνοβουλγαρικές συγκρούσεις στην περιοχή. Στις 29 Ιουνίου 1913 οι Βούλγαροι πυρπόλησαν την Νιγρίτα και αποχώρησαν.

Η Νιγρίτα λειτούργησε ως πρωτεύουσα της πρώην Επαρχίας Βισαλτίας, ως Κοινότητα, ως Δήμος και ως πρωτεύουσα Διευρυμένων Δήμων. Ανεξάρτητα από το πώς λειτούργησε η Επαρχία Βισαλτίας ως διοικητική μονάδα, η Νιγρίτα υπήρξε το οικονομικό και το διοικητικό κέντρο της Βισαλτίας, όπου είχαν την έδρα τους Πολιτικές, Δικαστικές, Στρατιωτικές, Αστυνομικές, Εκπαιδευτικές αρχές, οι οποίες ίδρυσαν την «Ελληνική Σχολή Νιγρίτης» το 1904, και η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Βισαλτίας.

Η Νιγρίτα λειτούργησε ως Δήμος στο διάστημα 1915-1919, ως κοινότητα στο διάστημα 1920-1942, και πάλι ως Δήμος από 20.10.1942 μέχρι 1997. Από το 1998 έως το 2010 λειτούργησε ως έδρα του ομώνυμου Καποδιστριακού Δήμου και από το 2011 είναι έδρα του Καλλικρατικού Δήμου Βισαλτίας που προέκυψε από τη συνένωση των Καποδιστριακών Δήμων της Βισαλτίας.

Λειτούργησε όμως και ως πρωτεύουσα στη «Νομαρχία Στρυμόνος», που ιδρύθηκε στην Κατοχή και περιλάμβανε το δυτικά του Στρυμόνα τμήμα του Νομού Σερρών. Η ίδρυση της «Νομαρχίας Στρυμόνος» ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι στις 23.4.1941 οι Γερμανοί παρέδωσαν στους Βουλγάρους τη διοίκηση της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που εκτείνεται ανατολικά του Στρυμόνα μέχρι τα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Η Ανθή βρίσκεται στον κάμπο των Σερρών, νότια του ποταμού Στρυμόνα, σε απόσταση 4 χλμ. Β. της Νιγρίτας και 17 χλμ. Ν.-ΝΔ. των Σερρών ενώ μέσα από το χωριό περνάει η επαρχιακή οδός που τις συνδέει. Η παλιά ονομασία του χωριού είναι Φυτόκιο και έτσι αναφέρεται επίσημα το 1920, μετά την απελευθέρωση, στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 να προσαρτάται στην τότε κοινότητα Νιγρίτης. Το 1956 με το ΦΕΚ 125Α – 21/05/1956 μετονομάστηκε σε Ανθή. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Ανθής που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Νιγρίτης του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 548 κατοίκους.

Τα Θερμά είναι πεδινός οικισμός με 574 κατοίκους το 2001, γνωστός παλιότερα για τα ιαματικά του λουτρά. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών και νοτιοανατολικά της Νιγρίτας.

Στο σημερινό χωριό αποκαλύφτηκαν ίχνη αρχαίου οικισμού, ο οποίος βρισκόταν πάνω στο ρωμαϊκό δρόμο Αμφίπολης-Ηράκλειας Σιντικής. Συγκεκριμένα, έξω από τα Θερμά, στις τοποθεσίες «Παλιάμπελα» και «Μιζάρια», θα εκτεινόταν η νεκρόπολη, όπως μαρτυρεί η ανεύρεση αρχαίων τάφων. Μέσα πάλι στο χωριό, κατά την οικοδόμηση σπιτιών, αποκαλύφτηκαν θεμέλια αρχαίων κτισμάτων. Τέλος, παλιότερα στη διάρκεια εργασιών για την κατασκευή του υδρευτικού δικτύου, είχαν έρθει στο φως διάφορες επιγραφές. Η ίδρυση του αρχαίου αυτού οικισμού θα πρέπει να είχε σχέση με την αξιοποίηση των εδώ ιαματικών πηγών και την κατασκευή κατάλληλων ιαματικών λουτρών.

Βρίσκεται σε απόσταση 22 χλμ. δυτικά από τις Σέρρες, στους πρόποδες του όρους Βερτίσκου και σε υψόμετρο 80 μέτρων. Η ιστορία της χάνεται στα βάθη του χρόνου.

Αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν 4 χλμ. έξω από την Τερπνή, στην τοποθεσία «Παλαιόκαστρο», έδειξαν πως ο τόπος ήκμασε από την Κλασική ως και την Ελληνιστική εποχή. Επιγραφή των αυτοκρατορικών χρόνων από τη θέση αυτή μαρτυρεί την ύπαρξη πόλης (που ονομαζόταν ίσως «Γραία» ή «Graero») με όλα τα γνωστά μνημεία αρχιτεκτονικής, όπως βουλευτήριο, γυμνάσιο, επιστάσιο κ.ά. (η επιγραφή αναφέρει βασιλική με εξέδρα και τρεις οίκους). Στην περιοχή της μάλιστα υπήρχαν και τα μεγαλύτερα μεταλλεία χρυσού στη Μακεδονία, μετά το Παγγαίο. Υπάρχουν βεβαιωμένες αρχαίες αναφορές. για την παραγωγή προσχωσιγενούς χρυσού στα νότια της Τερπνής, αλλά και σύγχρονες, όπως επίσης και προφορικές μαρτυρίες για το ίδιο θέμα, με ονομαστικές αναφορές στους ανθρώπους που εργάστηκαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα για τη συλλογή χρυσού. Εξάλλου από το 1976 μέχρι το 1980 έγιναν στο Παλιόκαστρο από το Ι.Γ.Μ.Ε. (Ινστιτούτο Γεωλογικών & Μεταλλευτικών Ερευνών) έρευνες που αφορούσαν τον εντοπισμό, το ξεμπάζωμα και στη συνέχεια τη δειγματοληψία από αρχαίες στοές που έτυχαν εκμετάλλευσης στο παρελθόν. Εντοπίστηκαν 2-3 στοές αρκετά καλά διατηρημένες όπου έγινε δειγματοληψία και προσδιορισμός του πρωτογενούς χρυσού». Στον χώρο αυτό τοποθετείται και το αρχαίο βασίλειο της Βισαλτίας, το οποίο ήταν ένα από τα πιο πλούσια και ισχυρά στη Μακεδονία. Ήταν πατρίδα του βασιλέα Βισάλτη και του βασιλιά της Θράκης, Ρήσου. Με τον αρχαίο οικισμό σχετίζεται ο συλημένος Μακεδονικός Τάφος των αδελφών Ιππώνακτα και Διοσκουρίδη, παιδιών του Απολλοδώρου Αμφιπολίτη, εταίρου του Αλεξάνδρου, που ανακαλύφθηκε το 1965. Ο τάφος βρίσκεται πάνω στο δρόμο προς το «Παλιόκαστρο», στην τοποθεσία “τ’ Γκατζή ντούμπα” (= ο τάφος του πολεμιστή).

Το χωριό την περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν Τσιαρπίστα ή Τσερπίστα. Η ονομασία οφείλεται στη μεγάλη πηγή νερού στη νότια παρυφή του χωριού, τη λεγόμενη «Κηφισιά» (από το τσιαρπ = αντλητικό κουβαδάκι νερού, λέξη τουρκικής προέλευσης). Άλλες εκδοχές για την ονομασία του χωριού: 1. Από τις τουρκικές λέξεις çarpi(= ασβεστώνω)/ çirpi(= κλαδάκι, τσάκνου)/ çırpıstırmak (= χτυπώ ελαφρά με το ραβδί), is(= νοικοκύρης) και την κατάληξη ­ta, που χρησιμοποιείται αντί για πρόθεση, (εις, σε, κ.λπ.), δίνοντας ανάλογη σημασία στο πρώτο συνθετικό, που εκφράζει ένα γνώρισμα των Τερπνιωτών ή του περιβάλλοντός τους. α) carpi: Οι Τερπνιώτισσες είχαν πάντα τη συνήθεια να ασβεστώνουν, εκτός από το εσωτερικό των σπιτιών τους, και τους τοίχους των σπιτιών τους χαμηλά στην πλευρά του δρόμου. β) çirpi: Το βουνό της Τερπνής ήταν παλιότερα τσακνότοπος. γ) çırpıstırmak: Οι Τερπνιώτες τίναζαν με ραβδί τη σίκαλη ή το σουσάμι. Το σχήμα επομένως είναι, carpi/ çirpi/ … + is + -ta > çarpista/çırpısta > Τσιαρπίστα/ Τσιρπίστα. 2. Στους βυζαντινούς χρόνους οι λέξεις ’’τσάρπα/τσαρπίν’’, σήμαιναν ένα είδος κοφινιού φτιαγμένου από βέργες λυγαριάς και επειδή η Τερπνή είχε άφθονες λυγαριές την ονόμασαν Τσιαρπίστα.

Στις 17 Φεβρουαρίου 1913 τμήμα του ελληνικού στρατού, μαζί με Τερπνιώτες, πολέμησε εναντίον των Βουλγάρων στην περιοχή Πλατανούδια και απέτρεψε την κάθοδό τους προς τη Νιγρίτα. Πρωταγωνιστές στη μάχη ήταν ο υπολοχαγός Σταυριανόπουλος και οι αξιωματικοί Γαρδίκας, Βασιλόπουλος, Γαλανόπουλος, Παπακώστας και Κορδογιάννης, με συμπαραστάτες τους καπεταναίους Γεώργιο Γιαγκλή και Στέργιο Βλάχμπεη. Η συμμετοχή των Τερπνιωτών στη μάχη ήταν αποφασιστική, με ένοπλη παρουσία αλλά και υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας, όπως σίτιση και περίθαλψη τραυματιών.

Το Φλάμπουρο βρίσκεται στο κέντρο του κάμπου των Σερρών, νότια του ποταμού Στρυμόνα, σε απόσταση 9,5 χλμ. (οδηγικά) ΒΑ. της Νιγρίτας και 21 χλμ. Ν. των Σερρών.

Το χωριό έχει παράδοση σε οργανοπαίκτες ζουρνά και νταουλιού. Η παλιά ονομασία του χωριού είναι Μπαϊρακτάρ ή Μπαϊρακτάρ Μαχαλάς και την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν τσιφλίκι Τούρκου αξιωματούχου (πιθανόν μπαϊρακτάρη = σημαιοφόρος) στα κτήματα του οποίου εργάζονταν οι Έλληνες της περιοχής οι οποίοι έκτισαν τις πρώτες καλύβες του οικισμού και σύμφωνα με την τοπική παράδοση κατοικούσαν στους παλιούς γειτονικούς οικισμούς: Τρίγωνο, Καρά Ορμάν (Μαύρο ∆άσος) και Γεωργουλάς.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ