Assign modules on offcanvas module position to make them visible in the sidebar.

Ομιλία του συνδημότη μας Νιγριτινού κ. Γιάννη Μπάκα, Λέκτορα του τμήματος ποιμαντικής και κοινωνικής θεολογίας της θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ. σε ημερίδα που συνδιοργάνωσαν ο Ιερός Καθεδρικός  Ναός του Αγίου Γιώργίου Νιγρίτας και ο Δήμος Νιγρίτας στις 31/10/2010 με θέμα τη μαζική μετανάστευση των Κρανιωτών στη Νιγρίτα κατά τον 19ο αιώνα.

«Κατά την περίοδο των επαναστατικών ζυμώσεων στη Βαλκανική, στις αρχές του 19ου αιώνα ένας οπλαρχηγός συνεργαζόμενος με το ρώσο ναύαρχο στο Αιγαίο, εμφανίζεται στα μέρη μας. Αποβιβάστηκε στο Σταυρό της Χαλκιδικής και έφτασε ως τον Αχινό, από εκεί πέρασε απέναντι στην περιοχή της Ζίχνης. Στόχος του να διασχίσει με τους 320 συντρόφους του τη Βαλκανική ξεσηκώνοντας τους χριστιανούς. Ο καπετάνιος αυτός δεν ήταν άλλος από το φημισμένο Νικοτσάρα. Υπάρχει μάλιστα και το τραγούδι: Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά και στέκουν μαραμένα ο Νικοτσάρας πολεμά σε Χάνδακα και Πύργο. Το εγχείρημα δεν πέτυχε και ο Νικοτσάρας νικημένος από τον Ισμαήλ Μπέη των Σερρών επιστρέφει και πάλι μέσω της περιοχής μας καταφεύγοντας τελικά στο Άγιο Όρος. Ο καπετάνιος αυτός μετέδωσε πρώτος το επαναστατικό μήνυμα στην περιοχή μας και σε ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία.

Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμπατριώτες, ο καπετάν Νικοτσάρας καταγόταν από την Κρανιά του Ολύμπου και μαθήτευσε στη σχολή της Μονής του Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο. Αυτό μας λέει πολλά. Αποτελεί ίσως την πρώτη, ίσως σημαδιακή, επαφή Κρανιώτη με την περιοχή μας και ένας ακόμη σύνδεσμος μεταξύ μας.


Στις αρχές του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα στις αρχές της δεκαετίας του 1830, τη Νιγρίτα επισκέπτεται ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Cousinery ο οποίος αναφέρει: Μίαν ώραν μετά την διάβασιν της γέφυρας εισήλθομεν εις την εύφορον αγροτικήν περιφέρειαν της Νιγρίτης, της οποίας την όψιν καθιστούν χαρίεσσαν η εν αυτή καλλιέργεια του βάμβακος και της αμπέλου… Την επαύριον της αφίξεώς μας, περιεργάσθην την πόλιν και αντελήφθην, ότι δεν κατοικείται ποσώς υπό Τούρκων. Η εν αυτή κίνησις κατεδείκνυεν πληθυσμόν ασχολούμενον εις γεωργικάς εργασίας και επιδιδόμενον δραστηρίως εις έργα βιοτεχνικά. Βαφείς, αργυροχρυσοχόοι, χαλυβδοσιδηρουργοί και άλλοι βιοτέχναι ζωογονούν όλα τα τμήματα της πόλεως. Τέλος η αγορά απεδείκνυεν, ότι η πόλις της Νιγρίτης, ως εκ της θέσεώς της, είχεν αποβή το κέντρον σημαντικωτάτου εμπορίου…
Ο Cousinery περιγράφει μια πραγματικότητα, η Νιγρίτα αποτελούσε σταθμό στο διαμετακομιστικό εμπόριο από τη Θεσσαλονίκη και φυσικά από την Κεντρική και Νότιο Ελλάδα προς τη βόρεια βαλκανική, τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και τη Ρωσία, καθώς βρισκόταν πάνω στη μεγάλη εμπορική οδό, όπως τη χαρακτηρίζει ο Έλληνας πρόξενος στα Σέρρας, που από τη Θεσσαλονίκη μέσω Σοχού έφτανε στη Νιγρίτα και συνέχιζε ανατολικά, βόρεια και νότια. Μιλάμε φυσικά για τη σοχνόστρατα, το δρόμο που διέσχιζαν τα εμπορικά καραβάνια και στον οποίο φώλιαζαν, όπως ήταν φυσικό, αρκετοί ληστές, σε σημείο η σοχνιά γέφυρα να αναφέρεται και ως γεφύρι του διαβόλου (seytan coprusu).

                                              Η Κρανιά Ολύμπου

Τον παραπάνω δρόμο φαίνεται ότι ακολούθησαν στα τέλη του 18ου και κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα χιλιάδες άνθρωποι με τις οικογένειές τους, καθώς την εποχή αυτή παρατηρείται μια γενικότερη αποδημία πληθυσμών προς τα ανατολικά και τα βόρεια, εξαιτίας των οποίων ενισχύθηκαν πολλά προϋπάρχοντα κέντρα και δημιουργήθηκαν καινούργια. 
Σ΄ ότι αφορά τη Νιγρίτα, μια πόλη που αναφέρεται από τα μέσα ακόμη του 15ου αιώνα και μάλιστα στα 1454, ένα χρόνο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μεχμέτ τον Πορθητή, κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα παρατηρείται μια τεράστια πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη, όπως τουλάχιστον μαρτυρεί η επέκταση και η ολική αγιογράφηση του ναού του αγίου Γεωργίου. Πληθυσμοί βλαχόφωνοι και ελληνόφωνοι από τη Μοσχόπολη, τη δυτική Μακεδονία και την Πίνδο, τη Βωβούσα, από την Τρυγόνα Τρικάλων, την Καλαμπάκα, τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα, από τη Χαλκιδική και φυσικά από τον Όλυμπο, έρχονται να προστεθούν στους πληθυσμούς που κατέβηκαν από τις πλαγιές του Βερτίσκου, από την Όσσα, τη Μπέροβα, τη Χωρούδα, το Σοχό και το βλαχόφωνο Φλαμούρι που εξισλαμίστηκε. Από την περιοχή του Ολύμπου υπάρχουν αναφορές για πληθυσμούς από το Λιβάδι, τη Σκοτίνα, τη Ραψάνη (ο μακαριστός ιστοριοδίφης της Νιγρίτας Αστέριος Θηλυκός), ενώ η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα προέρχεται από την Κρανιά και το Λιτόχωρο. Απόδειξη του τελευταίου είναι η μέχρι σήμερα ανάμνηση πολλών Νιγριτινών οικογενειών για την κρανιώτικη καταγωγή τους, αλλά και η ταυτόχρονη τιμή του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπου μόνο στη Νιγρίτα από ολόκληρη την περιοχή των Σερρών. Σημαντική βοήθεια σε αυτό μας προσφέρει ο Νικόλαος Μάγνης στο έργο του «Περιήγησις ή τοπογραφία της Θεσσαλίας και Θετταλικής Μαγνησίας» το οποίο εξέδωσε στην Αθήνα το 1860 όπου αναφέρει (σ.17) για το Λιτόχωρο …κωμόπολις χριστιανική με περίπου επτακοσίας οικίας, εις τους πρόποδας του Ολύμπου, έχουσα γην πεδινήν ικανωτάτην και ευφορωτάτην…Μ΄όλα ταύτα είναι έρημος κατά το παρόν και αύτη, διότι οι περισσότεροι και πλουσιώτεροι των κατοίκων μετώκησαν εις τας Σέρρας και συγκατώκησαν με τους Κρανιώτας… Το μοναδικό μέρος στην περιοχή των Σερρών όπου συναντώνται η ανάμνηση της κρανιώτικης καταγωγής και η τιμή του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπου, το μοναστήρι του οποίου είναι κοντά στο Λιτόχωρο, δεν είναι άλλο από τη Νιγρίτα. Έτσι δικαιολογείται και η προσθήκη του Αγίου Διονυσίου ως συμπολιούχου και προστάτου της πόλης μας, όπως συνέβη και με την αγία Παρασκευή, η οποία συντιμάται από τα μέσα του 19ου αιώνα, μαζί με τον άγιο Γεώργιο, στον ίδιο ναό και την τιμή της οποίας επίσης μετέφεραν πληθυσμοί, μάλλον βλαχόφωνοι, από τη Δυτική Μακεδονία και την Πίνδο.

Και έρχομαι στους Κρανιώτες, στο ίδιο προαναφερθέν έργο του ο Νικόλαος Μάγνης χρησιμοποιώντας στοιχεία που είχε δημοσιεύσει το 1838 ο Γρηγόριος Κωνσταντάς αναφέρει: Κρανιά, χώρα χριστιανική με πεντακόσια σπίτια εις θέσιν γοητευτικήν και τερπνήν, της οποίας οι κάτοικοι… ήτον έμποροι και τεχνίται. Τώρα έρημος και αυτή, οι δε πάλαι κάτοικοι μετώκησαν εις την των Σερρών επαρχίαν κτίσαντες εκεί νέαν πατρίδα. Η παραπάνω αναφορά μιλά για μαζική αποδημία Κρανιωτών στην περιοχή μας και την ανοικοδόμηση νέας πατρίδας ομού μετά των Λιτοχωρινών, όπως προαναφέρθηκε. Με βάση τα στοιχεία που μας δίνουν περιηγητές και άλλοι, κατά τον 19ο αιώνα, και τα οποία δημοσίευσε ο κ. Μπασλής, μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στη Νιγρίτα η πλειοψηφία των κατοίκων της Κρανιάς, σε αριθμό που ξεπερνά ίσως τις 1500 ψυχές, τη στιγμή που το 1885 σε Νιγρίτα και Σύρπα αριθμούνται περί τους 3500 κάτοικοι. Με βάση αυτούς τους υπολογισμούς, οι μισοί σχεδόν κάτοικοι της Νιγρίτας και της Σύρπας προέρχονται από την Κρανιά.

Φανταστείτε καραβάνια ανθρώπων με τα υποζύγιά τους να κατεβαίνουν το βουνό μας, το Βερτίσκο, από το μονοπάτι από το Σοχό και να φτάνουν πάνω από τη Νιγρίτα και εκεί να αγναντεύουν τον κάμπο και τη λίμνη του Αχινού που φάνταζε με θάλασσα. Ίσως να τους θύμισε λίγο το μπαλκόνι που άφησαν στον Όλυμπο. Καραγιαννάδες, Παπαστεργιάδες και Οικονομαίοι, Μπακάδες, Μπατσιάδες, Γραβαλάδες, Σπριντζιάδες, Τσιφουταίοι, Κανδυλαίοι, Ιωανναίοι, Αποστολαίοι- Κελεμπέκηδες, Τζαγκαλαίοι και άλλοι πολλοί.

Που εγκαταστάθηκαν αυτοί; Γιατί ο Κωνσταντάς αναφέρει για τους Κρανιώτες ότι έκτισαν νέα πατρίδα και ταυτόχρονα ο Νικόλαος Μάγνης ότι οι Λιτοχωρινοί κατοίκησαν μαζί με τους Κρανιώτες; Αυτό με έβαλε σε αρκετή σκέψη. Για τους Λιτοχωρινούς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι κατοίκησαν μέσα στη Νιγρίτα μια και η τιμή του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω απαντάται στην ενορία του Αγίου Γεωργίου Στο ναό του Αγίου Γεωργίου συναντούμε ολόσωμη τοιχογραφία από το 1837 καθώς και φορητή εικόνα του Αγίου Διονυσίου, ο οποίος είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους Νιγριτινούς».

ια τους Κρανιώτες ωστόσο, ο εντοπισμός της ακριβούς εγκατάστασής τους είναι ακόμη πιο δύσκολος. Κι εδώ ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η αναφορά ότι έκτισαν νέα πατρίδα. Δεν υπάρχει, τουλάχιστον από όσο ξέρουμε έως σήμερα, κάποια συνοικία της Νιγρίτας που το όνομά της να μας παραπέμπει στους Κρανιώτες. Μελετώντας το θέμα με βάση τη δική μου οικογένεια, διαπίστωσα ότι η πλειοψηφία των παραπάνω οικογενειών που ανέφερα, κατοίκησαν στην ακατοίκητη περιοχή πάνω από την τότε Σύρπα και ενδεχομένως προς τα όρια της Νιγρίτας. Στη σκιά του γνωστού μας Πύργου, στο χώρο κατά πάσα πιθανότητα ενός εγκαταλελειμμένου ή δημευμένου, λόγω της ελληνικής επανάστασης αγιορείτικου μετοχίου, για το οποίο υπάρχουν κάποιες αναφορές ως μονή της Νιγρίτας, ενδεχομένως φιλοθεΐτικο, για να το συνδέσω και με την εικόνα της Ελεούσας, στο πλάτωμα ενός υψώματος από το οποίο μπορείς να ατενίσεις τον κάμπο, διάλεξαν οι περισσότεροι να κατοικήσουν και να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τον Κωνσταντά, τη νέα τους πατρίδα. Έκτισαν τα σπίτια τους, κοντά ο ένας στον άλλο, δημιουργώντας σχεδόν μια νέα συνοικία η οποία με την πληθυσμιακή ανάπτυξη της περιοχής γρήγορα ενώθηκε με την πολύ κοντινή Σύρπα αλλά και με τη Νιγρίτα στην οποία επίσης εγκαταστάθηκε μέρος των Κρανιωτών.

Η πρόοδος των ανθρώπων αυτών γρήγορα έγινε εμφανής, γεγονός που προκαλούσε και νέες αποδημίες από την Κρανιά προς τη Νιγρίτα και εδώ νομίζω ότι πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έφτασαν εδώ ούτε ως πρόσφυγες, ούτε ως κυνηγημένοι, παρότι οι φυσικές καταστροφές, όπως η πανούκλα ή οι ερημώσεις που προκαλούσε ο επαναστατικός αναβρασμός της εποχής να στάθηκαν η αφορμή. Ο Κωνσταντάς μιλά για εμπόρους και τεχνίτες και ο Νικόλαος Μάγνης αναφερόμενος στους Λιτοχωρινούς, μιλά για τους ευπορότερους και πλουσιότερους των κατοίκων. Εξάλλου, η ίδια οικονομική και εμπορική ανάπτυξη της Νιγρίτας την ίδια εποχή δεν δικαιολογεί την παρουσία κατατρεγμένων ανθρώπων. Αντιθέτως η περαιτέρω πορεία της πόλης μαρτυρεί μάλλον εγκατάσταση νοικοκυραίων με την οικονομική σημασία του όρου. Πολλοί από τους αποδήμους στη Νιγρίτα Κρανιώτες γρήγορα σταδιοδρόμησαν και εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία αναλαμβάνοντας αξιώματα τόσο στην τοπική δημογεροντία της Σύρπας (όπως είναι γνωστό), πιθανό και της Νιγρίτας, όσο και στις επιτροπές των ναών. Γρήγορα οι άνθρωποι αφομοιώθηκαν μέσα στο περιβάλλον της Νιγρίτας το οποίο κατάφερε να συνδυάσει όλους αυτούς τους διαφορετικούς πληθυσμούς και να αποκτήσει ομοιομορφία με ντόπια μακεδονικά χαρακτηριστικά. Η Νιγρίτα έτσι κατέστη δυναμικό κέντρο του Ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή, αποκαλούμενο από τους Οθωμανούς ως Κιουτσούκ Γιουνάν, μικρή δηλαδή Ελλάδα και περιλάλητος. Επίσης, η μετακίνηση προσφύγων δεν δικαιολογείται και από το γεγονός ότι και η ίδια η Νιγρίτα βίωνε τον επαναστατικό αναβρασμό της εποχής και τις ληστρικές επιδρομές, όπως αυτήν του Σαμπάν Γκέκα που λεηλάτησε τη Νιγρίτα, αλλά κυρίως τη Σύρπα στα 1828. Η σχολή της Νιγρίτας μάλιστα είχε αναστείλει τη λειτουργία της λόγω της επανάστασης και επαναλειτούργησε μόνο το 1928. Αλλά και αργότερα οι Νιγριτινοί συμμετείχαν στην επανάσταση του 1854, όπως και οι Θεσσαλοί, φυλακίστηκαν μάλιστα και οι ιερείς της πόλης. Ακόμη, όπως μαρτυρεί για το Σωχό ο Cοusinery στις αρχές του 19ου αιώνα η περιοχή μας γνώρισε και την πανδημία της πανούκλας . 
Η Νιγρίτα δεν θα μπορούσε λοιπόν να αποτελέσει το ασφαλές καταφύγιο για κάποιον που θα ήθελε να αποφύγει τους κατατρεγμούς της εποχής, αλλά σίγουρα θα αποτελούσε ένα ασφαλές πεδίο δράσης για ανθρώπους που επιδίωκαν νέα ανοίγματα στις δραστηριότητές τους. Η Νιγρίτα με τον κάμπο της, την καλλιέργεια του βαμβακιού και τη σηροτροφία της σίγουρα θα αποτελούσε μεγάλη πρόκληση για τους Kρανιώτες βιοτέχνες της βαφής των νημάτων και τους υφαντές - αλατζάδων, μεταξωτών, βαμβακερών και μάλλινων, που μετά τη διάλυση των συνεταιρισμών σε Αμπελάκια και Ραψάνη βρήκαν στη Νιγρίτα σίγουρη διέξοδο στην τέχνη και στο εμπόριό τους μια και βρισκόταν, όπως ειπώθηκε πάνω σε εμπορικό δρόμο. 
Με τον ερχομό όλων αυτών των εξειδικευμένων τεχνιτών και των εμπόρων η Νιγρίτα γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη στην υφαντουργία που την κατέστησε ως ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της τέχνης αυτής ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο τίτλος που της προσέδωσε εφημερίδα των Αθηνών το 1913, ως η «Περιλάλητος Νιγρίτα» για τους περίφημους αλατζάδες της και τα μεταξωτά της, δικαιολογούν την ακμή που γνώρισε η πόλη μας σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα. 
Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστό αν υπήρξε με κάποιον τρόπο επικοινωνία μεταξύ των Kρανιωτών της Κρανιάς και όσων μετοίκησαν στη Νιγρίτα κατά το υπόλοιπο του 19ου αιώνα. Η όποια επικοινωνία ενδεχομένως να δυσκόλεψε μετά την ένταξη της Κρανιάς στο ελεύθερο ελληνικό βασίλειο, το 1881. Ωστόσο, η ανάμνηση τόσο της αποδημίας από τους Κρανιώτες, όσο και η ανάμνηση της καταγωγής τους από τους Νιγριτινούς δεν έλειψαν. Κατά καιρούς βέβαια κάποια Κρανιώτες μεμονωμένα αποδήμησαν στη Νιγρίτα και στα γύρω χωριά, όπως στο Ζερβοχώρι, αναζητώντας καλύτερη τύχη κοντά σε συγγενείς τους.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διασώζει η δική μου οικογένεια η πρώτη κίνηση για επαφή προήλθε από την Κρανιά. Δεν μας ξεχνούσαν οι συγγενείς μας εκεί πάνω κι ας περνούσαν τα χρόνια κι ας χανόταν σιγά σιγά η συγγένεια. Το 1912-13 με τους βαλκανικούς πολέμους κι αργότερα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Νιγρίτα βρισκόταν στο κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, Κρανιώτες στρατιώτες του ελληνικού στρατού –η Κρανιά, όπως ειπώθηκε, απελευθερώθηκε το 1881- βρέθηκαν στη Νιγρίτα όπου αναζήτησαν με εντολή των πατεράδων και παππούδων τους τούς συγγενείς τους εδώ. Από τότε αναζωπυρώθηκε η μνήμη και ξαναδημιουργήθηκαν σχέσεις. Τη δεκαετία του ‘20 Nιγριτινοί που βρέθηκαν στη Λάρισα για δουλειά, επισκέφθηκαν την Κρανιά και αναζήτησαν τους συγγενείς τους εκεί και το ίδιο επαναλήφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.
Για τη δική μου οικογένεια κομβικό σημείο ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 ο ερχομός στη Νιγρίτα του Γιάννη Καρανάτσιου, ο οποίος κατά τη στρατιωτική θητεία του βρέθηκε να υπηρετεί με Nιγριτινό συγγενή του. Ο Γιάννης Καρανάτσιος έλαβε κι αυτός εντολή από τους δικούς του να έλθει στη Νιγρίτα, μια και υπηρετούσε κοντά, και να αναζητήσει και να γνωρίσει τους συγγενείς του. Όταν αφηγούνταν για το χωριό ο μπάρμπα Μιχαλός ο Μπάκας, ο μεγαλύτερος τότε επιζών της οικογένειας, έκλαιγε από συγκίνηση και τον ρωτούσε για πρόσωπα και πράγματα του χωριού, για τα σπίτια, τις εκκλησιές και τα χωράφια κι ας μην είχε πάει ποτέ του. Από τότε ο δικός μας κλάδος που αποδήμησε κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα επανασυνδέθηκε και πάλι με τον κλάδο που είχε μείνει ή κατά μια άποψη επέστρεψε στην Κρανιά και παρέμεινε εκεί.

Μικρό παιδί καθόμουνα με μεγάλη ευχαρίστηση κι άκουγα διηγήσεις από το στόμα της γιαγιάς και των δικών μου. Μια από τις διηγήσεις αυτές, που οι δικοί μου με μεγάλο ενθουσιασμό μού διηγούνταν, αναφερόταν σε ένα χωριό πάνω στον Όλυμπο από το οποίο η πατρική μου οικογένεια προερχόταν, την Κρανιά. Αμέτρητες φορές είχα ακούσει για το χωριό αυτό. Για την επίσκεψη της γιαγιάς και του θείου εκεί τη δεκαετία του ‘50. Για τα μουλάρια που τους ανέβασαν από τη Ραψάνη. Την υποδοχή που τους επιφυλάχθηκε… Για το Γιώρα και τον Γιοβάνη, τα δύο αδέλφια που ήρθαν από την Κρανιά μαζί με τις επτά αδελφές τους και ασχολήθηκαν με το βάψιμο νημάτων με το αιματόξυλο, το μπακάμι, γι΄ αυτό και τους αποκάλεσαν μπακάδες. Για το Γιώρα που παντρεύτηκε Κρανιώτισσα, Καραγιάννενα και από τον οποίο προέρχεται το δικό μας ντάλι, ο οικογενειακός μας κλάδος. Για τον Αντώνη που πνίγηκε, για τις αδελφές που άφησαν στη διαδρομή κατά την αποδημία τους στη Νιγρίτα.
Αργότερα ως μαθητής και φοιτητής κατεβαίνοντας ή ανεβαίνοντας από την Αθήνα είχα και πάλι την Κρανιά να ηχεί στα αυτιά. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου τη δείχνει από το παράθυρο του λεωφορείου κι ας μην είχε πάει ακόμη κι ο ίδιος, αλλά κι εκείνος όπως και ο μεγάλος του θείος αδελφός του παππού του, ο μπάρμπα Μιχαλός, είχε τόσες φορές ακούσει και ξανακούσει διηγήσεις και ιστορίες των παλαιοτέρων για το χωριό αυτό. Τότε νόμιζα ότι μόνο η δικιά μου οικογένεια καταγόταν από την Κρανιά και δεν φανταζόμουν ότι αρκετοί συμπατριώτες μου είχαν την ίδια καταγωγή με μένα.

Με το χρόνο αναπτύχθηκαν ολοένα και περισσότερο οι δεσμοί μεταξύ μας που συνεχίζονται από γενιά σε γενιά και κυρίως μετά τις μαζικές αλληλοεπισκέψεις σε Κρανιά και Νιγρίτα τη δεκαετία του ‘80. Γνώρισα τους θείους και τις θείες και τα παιδιά και εγγόνια τους, τον Κώστα, το Νίκο, την Ελένη, την Κατερίνα, το Θωμά, το Μιχάλη, τον Τάσο… Πολλοί με ρωτούν τι συγγένεια έχουμε. Τους απαντώ άπειρη, χωρίς τέλος. Είναι η συγγένεια της αγάπης που έχουμε μεταξύ μας, η οποία δεν γνωρίζει όρια και είναι ίσως πιο κοντινή από κάθε άλλη».

 

ΠΗΓΕΣ:

Ιερός Καθεδρικός ναός Αγίου Γεωργίου Νιγρίτας

Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού